Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

16/3/2026 1Η ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ

 

https://www.youtube.com/watch?v=w2e0PsUQ23M&t=10s



ΜΕΙΖΟΝ ΘΕΜΑ ΕΓΕΙΡΟΥΝ ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΣΤΟ ΣτΕ ΓΙΑ ΤΟΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ.


Ύστερα από πολλές αναβολές, στα μέσα του 2025, συζητήθηκε στο ΣτΕ η με αρ. 2002/2022 προσφυγή 28 συμπολιτών μας, μεταξύ των οποίων και 3 τότε δημοτικών συμβούλων (του αείμνηστου Μ. Ανδρουλάκη, του Στ. Βουρβαχάκη και του υποφαινόμενου), κατά της οικοδομικής άδειας για την ανέγερση του νέου Αστυνομικού Μεγάρου στο χώρο που φιλοξενείται η Σχολή Χωροφυλακής. Η δημοσίευση της απόφασης θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει τις εκτιμήσεις που μιλούν για δικαίωση των δημοτών.

Οι προτάσεις του δήμου στο ΣτΕ, (1 σχετ) τις οποίες καταφέραμε να πάρουμε πριν λίγο καιρό και οι οποίες κατά την γνώμη μας εγείρουν μείζον ζήτημα.

Αντί η δημοτική αρχή, με βάση τα πραγματικά δεδομένα, να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του δήμου κάνει το εκ διαμέτρου αντίθετο. Προσπαθεί να αποποιηθεί κρίσιμα δικαιώματα ακόμη και ιδιοκτησιακά.

Αποσιωπά το από 17/10/ 1952 τοπογραφικό διάγραμμα της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Ρεθύμνης (2 σχετ), που με σαφήνεια δείχνει ότι η συνολική έκταση των ακινήτων που κατείχε ο δήμος στο συγκεκριμένο τετράγωνο ήταν 18.085 τμ. Με την διέλευση προβλεπόμενης στο σχέδιο πόλης  του 1948 δημοτικής οδού χωριζόταν σε δύο τμήματα α) ένα τμήμα 11.535 τ.μ.,  και β) ένα άλλο τμήμα  6.550 τ.μ.

Το τμήμα  των 11.535 τ.μ. ο Δήμος Ρεθύμνης παραχώρησε για τη φιλοξενία της Σχολής Χωροφυλακής με το 6.939/1955 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σπύρου Ανδρουλιδάκη (4 σχετ) και με την ρητή δέσμευση ότι αν για 3 χρόνια πάψει η λειτουργία της σχολής το ακίνητο θα επιστραφεί αμέσως στο δήμο.

Τα 6.550 τμ  με τις (19/23.02.1948  και 21/08.02.1952 αποφάσεις του Δ.Σ.) είχαν ήδη παραχωρηθεί στο ελληνικό δημόσιο για την ανέγερση των τετρακατοικιών  Από την έκταση αυτή το δημόσιο χρησιμοποίησε  μόνο το νότιο τμήμα, 3.675,07 τμ (ΦΕΚ 32/΄Δ/26-03-1962) (3 σχετ) και τα 2.874,93 επέστρεψαν στην ιδιοκτησία του δήμου. Αλλά το 1962 και επομένως  δεν θα μπορούσαν να είχαν παραχωρηθεί το 1955!!!  Παρ’ όλ’ αυτά ο δήμος αποποιείται την ιδιοκτησία αυτή. Με διάφορες αιτιάσεις και στις προτάσεις στο ΣτΕ, προσπαθεί να την εμφανίσει μέρος την προγενέστερης παραχώρησης του 1955 για την σχολή χωροφυλακής!!! Σημειώνουμε μάλιστα πως η έκταση που σήμερα εμφανίζεται στο κτηματολόγιο ότι έχει παραχωρηθεί στην σχολή δεν είναι τα 11.535 μέτρα του συμβολαίου αλλά 13.712 δήθεν λόγω ορθότερων μετρήσεων. Αυτό πάντως είναι πολύ κοντά στο άθροισμα των δύο εκτάσεων.

Στις προτάσεις στο ΣτΕ (1.2) ισχυρίζεται μάλιστα ότι το ΦΕΚ του 1982 για δημιουργία κοινόχρηστου πρασίνου είναι άκυρο γιατί πέρασαν 37 χρόνια και δεν έγινε η ρυμοτομική απαλλοτρίωση!!!  Απαλλοτρίωση όμως δεν κάνεις στον εαυτό σου.

Είναι λοιπόν πολύ καθαρό πως η διοίκηση του δήμου όχι μόνο δεν προστατεύει τα δικαιώματά του στα 2.874,93 τμ μέτρα της βορειοδυτικής πλευράς του τετραγώνου αλλά προσπαθεί με κάθε τρόπο να τα αμφισβητήσει.

Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Στην πραγματικότητα (σημείο 2.2) των προτάσεων προσπαθεί να υποβαθμίσει ή και να ακυρώσει ακόμη την δικλείδα που έθεσε το δημοτικό συμβούλιο του 1955. Το να επιστραφεί δηλαδή το ακίνητο αν για 3 χρόνια πάψει να λειτουργεί η σχολή. Όλοι θυμούνται ότι στο κορονοϊό 2 χρόνια έμεινε κλειστή και τον 3ο άρον άρον την λειτούργησαν ακριβώς για να μην βρει εφαρμογή ο όρος αυτός.

Παρ’ όλα αυτά η διοίκηση του δήμου ισχυρίζεται πως η σχολή δεν υπάρχει περίπτωση να μετακινηθεί και δεν «τίθεται οπουδήποτε ζήτημα ανάκλησης του υπ’ αρ. 6939/22-10-1955 συμβολαίου…). Αμέσως δε παρακάτω εμμέσως πλην σαφώς ερμηνεύει και την 500/25-10-2017 απόφαση του ΔΣ (για την χωροθέτηση του αστυνομικού μεγάρου στο σημείο αυτό), ως συνειδητή απόφαση οριστικής παραχώρησης του ακινήτου και έμπρακτης ακύρωσης της ρήτρας του ΔΣ του 1955!!! Όταν αυτό ακριβώς ήταν το ζήτημα που συνειδητοποιήσαμε οι 3 δημοτικοί σύμβουλοι, που αρχικά είχαμε ανεχθεί αυτό τον σχεδιασμό, να εναντιωθούμε τελικά για να μην χάσει ο δήμος τα δικαιώματά του σε ένα ακίνητο που θα μπορούσε να δώσει πολλές λύσεις σε κρίσιμες ανάγκες των δημοτών. Αλήθεια δίνουν την ίδια ερμηνεία στην ψήφο τους οι σύμβουλοι που τότε ψήφισαν?

Θεωρούμε ότι πρόκειται για απόπειρα υφαρπαγής της ψήφου των δημοτικών συμβούλων, που ψήφισαν για την χωροθέτηση του Αστυνομικού Μεγάρου χωρίς να συνειδητοποιούν την συσχέτισή της με την ρήτρα του 1955 και τα μακροπρόθεσμα δικαιώματα του δήμου. Αν η διοίκηση του δήμου έχει σκοπό να αποποιηθεί οριστικά την ρήτρα του 1955 να το ομολογήσει ευθέως. Με ανοιχτά χαρτιά και με ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ να ζητήσει την έγκριση του δημοτικού συμβουλίου. Ακόμη και τότε η τελική απόφαση θα ανήκει στους ίδιους τους δημότες, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι διατεθειμένοι «τα χρυσαφικά» του δήμου να θυσιάζονται στο βωμό σκοπιμοτήτων. Ίσα ίσα είναι καιρός να ανοίξει η συζήτηση για να αξιοποιηθούν για την ικανοποίηση κρίσιμων κοινωνικών αναγκών που μένουν στο περιθώριο. Το 1955 η περιοχή της σχολής ήταν εξοχή για την τότε πόλη. Καιρός είναι στην εξοχή του σήμερα να μεταφερθούν τέτοιες λειτουργίες.   

Ρέθυμνο 9/3/2026

Μ Μανουσογιάννης

Επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης      

Στην συζήτηση η δημοτική αρχή επιστράτευσε και την νομική υπηρεσία. Προσπάθησαν να στηρίξουν τον ισχυρισμό οτι τα 2,8 στρέμματα είχαν παραχωρηθεί για την σχολή χωροφυλακής αλλά αναδιπλώθηκαν και δήλωσαν οτι παραμένει σε ισχύ η δυνατότητα επιστροφής του ακινήτου σε περίπτωση απομάκρυνσης της σχολής. Μπερδευτηκαν όμως όταν ρωτήσαμε πως θα γίνονταν αυτό αν είχε χτιστεί το Αστυνομικό Μέγαρο!!!



ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ; 

Τα ρέματα της πόλης και η ευθύνη της πολιτείας για την αντιπλημμυρική προστασία

Τα ρέματα που διασχίζουν τις πόλεις δεν είναι απλώς γεωγραφικά στοιχεία του τοπίου. Είναι βασικά τμήματα ενός φυσικού υδρολογικού συστήματος που εξασφαλίζει τη φυσική απορροή των νερών και τη στοιχειώδη ισορροπία μεταξύ του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος. Όταν αυτά τα φυσικά συστήματα παραβιάζονται, αλλοιώνονται ή εξαφανίζονται κάτω από τόνους μπετόν και δόμησης, τότε οι συνέπειες δεν είναι απλώς περιβαλλοντικές. Είναι κοινωνικές και πολλές φορές τραγικές. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών σε όλη τη χώρα δείχνει ότι οι πλημμύρες δεν αποτελούν «φυσικά φαινόμενα» που δεν μπορούν να προβλεφθούν ή να αντιμετωπιστούν. Αντίθετα, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, ελλιπούς σχεδιασμού και μιας αντίληψης για την ανάπτυξη που αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον ως εμπόδιο και όχι ως παράγοντα που πρέπει να ενταχθεί σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό προστασίας της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων. Στο πλαίσιο αυτό, τα ρέματα των πόλεων μετατράπηκαν διαχρονικά είτε σε αγωγούς απορροής είτε σε χώρους προς οικοδόμηση. Σε πολλές περιπτώσεις μπαζώθηκαν, περιορίστηκαν, εγκιβωτίστηκαν ή καλύφθηκαν προκειμένου να εξυπηρετηθούν ανάγκες οικιστικής επέκτασης, τουριστικής ανάπτυξης ή εμπορικών δραστηριοτήτων. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα μετατράπηκαν σε υπόγειους αγωγούς ομβρίων ή οχετούς κάτω από δρόμους και οικοδομικά τετράγωνα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά η φυσική τους διατομή. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των παρεμβάσεων ήταν η δραστική μείωση της φυσικής ικανότητας των περιοχών να απορροφούν μεγάλους όγκους νερού. Η ιστορία πολλών πλημμυρών στην Ελλάδα δείχνει ότι εκεί όπου υπήρχαν φυσικές κοίτες ρεμάτων, σήμερα συναντά κανείς δρόμους, οικοδομικά τετράγωνα ή μεγάλες κατασκευές. Όταν εμφανίζονται έντονα καιρικά φαινόμενα, το νερό αναζητά τη φυσική του διαδρομή. Και τότε αποκαλύπτεται με τον πιο δραματικό τρόπο το κόστος αυτής της «ανάπτυξης». Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο παρεμβάσεις που έγιναν πριν από δεκαετίες. Συνεχίζει να αναπαράγεται και σήμερα, καθώς η προστασία από φυσικούς κινδύνους δεν αποτελεί προτεραιότητα ενός σχεδιασμού που βασίζεται κυρίως στη λογική του κόστους και της ανταποδοτικότητας. Τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας θεωρούνται συχνά «μη αποδοτικές επενδύσεις», γιατί δεν δημιουργούν άμεσο οικονομικό όφελος. Έτσι, παραμένουν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με έργα που εξυπηρετούν άλλες ανάγκες της αγοράς. Παράλληλα, η ευθύνη για τη διαχείριση των ρεμάτων και την αντιπλημμυρική προστασία διασπάται ανάμεσα σε πολλούς φορείς: δήμους, περιφέρειες, αποκεντρωμένες διοικήσεις και υπουργεία. Αυτή η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων οδηγεί συχνά σε καθυστερήσεις, αλληλομεταβίβαση ευθυνών και τελικά σε απουσία ενός ενιαίου σχεδίου πρόληψης. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι παρεμβάσεις περιορίζονται συχνά σε αποσπασματικές ενέργειες, όπως περιστασιακοί καθαρισμοί ρεμάτων ή μικρές τεχνικές παρεμβάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζεται το συνολικό πρόβλημα της διαχείρισης των υδάτων και της αντιπλημμυρικής θωράκισης των πόλεων. Η πόλη του Ρεθύμνου δεν αποτελεί εξαίρεση από αυτή την πραγματικότητα. Στον αστικό ιστό της πόλης διέρχονται ή έχουν καταγραφεί πολυάριθμα υδατορέματα, πολλά από τα οποία σήμερα είναι εν μέρει ή πλήρως εγκιβωτισμένα και διασταυρώνονται με βασικούς οδικούς άξονες της πόλης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται τα ρέματα Μπουλούμπαση στην περιοχή της οδού Κριάρη, Καμαράκι στη συμβολή των οδών Δημοκρατίας και Βάρδα Καλλέργη, Συνατσάκη στην Παπανδρέου, Κόρακα Καμάρα στην Ελευθερίας, Κοτσιφού στην Ειρήνης, Μανουσάκη στην Κιλελέρ, Ουρανού στην Πόντου, Μπαρά στην Καισαριανής, Καλογερογιάννη στην Πέτρουλα, Καπνουτζή στην οδό Ν. Κωνσταντουδάκη, Χαριτάκη στην Στρατηγού Μακρυγιάννη, Λιβαδάκι στην Μπριλάκη, Κουτσολίδι στην Αυστραλών Πολεμιστών, καθώς και άλλα μικρότερα ανώνυμα υδατορέματα που διέρχονται από περιοχές της πόλης. Η γνώση της πραγματικής κατάστασης αυτών των ρεμάτων είναι κρίσιμη για την αντιπλημμυρική προστασία της πόλης. Σε πολλές περιπτώσεις τα ρέματα έχουν περιοριστεί, εγκιβωτιστεί ή μετατραπεί σε υπόγειους αγωγούς όμβριων, γεγονός που μειώνει σημαντικά τη δυνατότητα απορροής μεγάλων ποσοτήτων νερού. Ταυτόχρονα, η έντονη αστικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών έχει αυξήσει δραστικά τις αδιαπέραστες επιφάνειες μέσα στην πόλη ,άσφαλτος, τσιμέντο και πλακοστρώσεις ,με αποτέλεσμα να μειώνεται η απορρόφηση του νερού από το έδαφος και να διοχετεύονται μεγαλύτεροι όγκοι προς τα ρέματα και τους αγωγούς όμβριων. Σε αυτή την κατάσταση προστίθενται προβλήματα όπως φερτά υλικά, μπάζα, απορρίμματα ή στενώσεις των κοιτών, που μειώνουν τη διατομή των ρεμάτων και αυξάνουν τον κίνδυνο υπερχείλισης, ιδιαίτερα στα σημεία όπου τα ρέματα διασταυρώνονται με βασικούς οδικούς άξονες της πόλης. Δεν πρόκειται για ένα τεχνικό θέμα περιορισμένου ενδιαφέροντος. Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας ασφάλειας και κοινωνικής ευθύνης. Η προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα υποχρέωση ή ως περιστασιακή παρέμβαση μετά από έντονες βροχοπτώσεις. Απαιτείται συστηματικός σχεδιασμός, καταγραφή των υδατορεμάτων, οριοθέτηση των φυσικών τους κοιτών, απομάκρυνση αυθαίρετων παρεμβάσεων και ένταξη των έργων αντιπλημμυρικής προστασίας σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα υποδομών. Η εμπειρία δείχνει ότι όταν η πρόληψη υποτιμάται, το κόστος μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία με πολύ πιο οδυνηρό τρόπο. Καταστροφές υποδομών, ζημιές σε κατοικίες και επιχειρήσεις, ακόμη και απώλειες ανθρώπινων ζωών έχουν καταγραφεί σε πολλές περιοχές της χώρας εξαιτίας της απουσίας ολοκληρωμένης αντιπλημμυρικής πολιτικής. Γι’ αυτό το ζήτημα των ρεμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως θέμα αισθητικής ή περιβαλλοντικής διαχείρισης. Είναι ζήτημα προστασίας της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων και απαιτεί σαφή εικόνα της υφιστάμενης κατάστασης, διαφάνεια ως προς τις ευθύνες και συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Με βάση τα παραπάνω, ζητούμε από τη δημοτική αρχή να ενημερώσει το Δημοτικό Συμβούλιο για τα εξής: Ερωτήματα προς τη δημοτική αρχή 1. Ποια ρέματα ή υδατορέματα διέρχονται από την πόλη του Ρεθύμνου ή τα όρια του Δήμου και ποια είναι η ακριβής καταγραφή τους; 2. Πόσα από αυτά έχουν επίσημα οριοθετημένη κοίτη και σε ποια βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες οριοθέτησης; 3. Πόσα από τα ρέματα της πόλης είναι σήμερα ανοικτά και πόσα έχουν εγκιβωτιστεί ή μετατραπεί σε αγωγούς ομβρίων; 4. Υπάρχουν πρόσφατες μελέτες στατικής επάρκειας των διευθετημένων τμημάτων με πλακοσκεπής αγωγούς 5. Υπάρχει ολοκληρωμένη υδρολογική ή αντιπλημμυρική μελέτη που να αφορά το σύνολο της πόλης και των γύρω περιοχών; Αν ναι, πότε εκπονήθηκε; 6. Ποιος φορέας έχει την ευθύνη συντήρησης και καθαρισμού για κάθε ρέμα και ποια είναι η συνεργασία του Δήμου με τους αρμόδιους φορείς; Ιωάννα Δακανάλη Δημοτικός Σύμβουλος Λαϊκής Συσπείρωσης